Μεξικάνικη φακή
Υλικά
1 κιλό φακή
3 μεγάλα καρότα
πιπεριές ψιλοκομμένες: 1 κόκκινη, 1 πορτοκαλή, 1 κίτρινη
3 σκελίδες σκόρδο
2 κρεμμύδια
πιπερίτσες καυτερές / αποξηραμένες
1 φλιτζάνι ελαιόλαδο
ουίσκι
5 κουταλιές της σούπας τοματοπελτές
αλάτι, πιπέρι, μπαχάρι, φύλλα δάφνης
10 φέτες μπέικον
φλούδες παρμεζάνας
Χειμωνιάτικη Κυριακή κι όμως ζεσταίνομαι. Τσάγια καυτά, χαμομήλια, καφεδάκι από το χέρι της μαμάς. Αυτό το τελευταίο είναι να δεις που ζεσταίνει. Όχι το air – condition. Κλείσαμε και την πόρτα του σαλονιού, μη μας φύγει η θερμότητα στ´ άλλα δωμάτια. Αστείρευτη που είναι η θεία η Ρένα! Έχει πάντα καινούργιες ιστορίες να πει, παρόλο που όλες έρχονται από το παρελθόν. Ακούω καθαρά, κι ας τις παράτησα μόνες τους μέσα, για λίγο. Κάτι για τις μοιρολογίστρες της Μάνης θυμήθηκαν. Ξάπλωσα για να ξεχάσω. Να ξεχαστώ. Στο κρεβάτι που με κοίμιζε μικρή. Χάζευω ράχες βιβλίων. Δικά μου όλα. Κι αυτά που έχω διαβάσει, κι αυτά που έχω γράψει. Αυτά, τα ‘χει τοποθετήσει η μαμά κοντά στις Εικόνες, να είναι καλοτάξιδα. Ο Jumbo σκίστηκε στην κοιλιά, αμάν… Σαν να καμπούριασε. Γέρασε κι αυτός. Όλα γερασμένα όταν τα κοιτάς από το παιδικό σου δωμάτιο – κι οι κούκλοι που κοιμόσουν αγκαλιά. Δε με βλέπω να κάθομαι πολύ, έχω και ραντεβού μετά.
Σαν τον νομάδα έφυγα. Το βιος στην πλάτη και πάω. Τάπερ γεμάτα, ψωμί από το φούρνο που μου αρέσει, μπισκότα ολικής, λες και δεν έχουμε μπισκότα στο Μετς… Κρέας να υπάρχει στην κατάψυξη. Όσπρια που αγόρασε η θεία η Ρένα από τις Πρέσπες. Φημίζονται, λέει, πως είναι βραστερά. Ευκαιρία μου φαίνεται να κάνω τραπέζι. Να εγκαινιάσω και το πορσελάνινο σερβίτσιο. Δώρο της. Την Πέμπτη στις δέκα,. Να προλάβουμε να μαζευτούμε απ´ τις δουλειές. Το καλό τραπεζομάντηλο κι «ο παπάς ο παχύς που έφαγε παχιά φακή». Το έγραψα σ’ ένα χαρτί, για τον καθένα: Μάρθα, Άρης, Φίλιππος, Γιώργος, το Βουλίδιον, Γώγου, Σάσσου, το Κουνουπίδι με το Δημήτρη, το Βακλατζάκι. Θα φέρει είπε σπανακόπιτα. Ότι πρέπει για συνοδεία. Η φακή έτοιμη στην κατσαρόλα. Μονάχα η γαρνιτούρα θα γίνει της ώρας.
Τσιγάρισα κρεμμύδια, σκόρδα, καρότα σε ροδέλες λεπτές, πιπεριές χρωματιστές να σπάσει η μονοτονία. Τσιγάρισα και τη φακή μαζί, με μπόλικο λαδάκι για πέντε λεπτά. Νερό έβαλα όσο να τις σκεπάσει και λίγο παραπάνω. Μη γίνουν άνοστες. Λίγο ουίσκι, λίγο ξύδι, τοματοπελτέ, φύλλα δάφνης, αλάτια, πιπέρια, μπαχάρια, καυτερές πιπεριές. Τα άφησα όλα μαζί να βράζουνε σε σιγανή φωτιά. Καλά μου της είπε η θεία βραστερές. Χύλωσαν υπέροχα.
Μέχρι να τσιμπήσουν τα παιδιά λίγη ρέγγα, κανα κομμάτι πίτα, κανα λουκάνικο, θα καψαλιστεί το μπείκον, να το ρίξουμε από πάνω ψιλοκομμένο, μαζί με φλούδες παρμεζάνας, τριμμένες εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Σαν μεξικάνικο ακούγεται. Θα μου πεις, δεν κοιτάς να πας πρώτα ως το Λονδίνο που δεν ξέρεις κατα που πέφτει, άνοιξες πανιά για Νότιο Αμερική; Καλά θα μου το πεις και δίκιο θα ‘χεις, αλλά είναι που ήθελα να δώσω πνοή στο πιάτο, μην είναι μίζερο. Τους έκανα που τους έκανα τραπέζι με φθηνό φαγητό. Μου φάνηκε όμως καλή αφορμή, δελεαστική. Δεν είναι τα λεφτά που λείπουν περισσότερο, ο χρόνος είναι. Και τον θέλουν οι φακές το χρόνο τους. Κι οι φίλοι, επίσης.

