Στρουμφόπιτα
Yλικά
φύλλο για πίτες, χονδρό
½ κιλό μανιτάρια μεγάλα
½ κιλό μανιτάρια μικρά
1 κιλό κρεμμύδια φρέσκα
άνηθος
αλάτι, πιπέρι, δυόσμος, καυτερή πιπεριά
κόκκινο κρασί
1 φλιτζάνι ελαιόλαδο
3 αυγά
½ κιλό κεφαλοτύρι κι ό,τι άλλο κίτρινο τυρί μάς αρέσει
Έχεις μερικές κι ανοίγουνε το φύλλο λες κι ανοίγουν το παράθυρο να μπει δροσιά και έχεις και την αφεντιά μου να συμπληρώνω πενήντα τέσσερα λεπτά της ώρας που κοιτιέμαι με τη ζύμη στα μάτια να δω αν φουσκώνει. Μήτε φουσκώνει μήτε κι ιδρώνει τ΄αυτί της. Μονάχα το δικό μου στάζει, μαζί με τις μασχάλες και το μέτωπο. Δεύτερη φορά βγάζω ιλαρά με το καλοριφέρ στο φουλ. Έξω έχει 24 βαθμούς αλλά πού να τή ζέσταινα τη λεκάνη, στο σεσουάρ για τις μπούκλες; Θα φουσκώσεις, μωρέ; Καλά, στάσου έτσι, ακίνητη, και θα τά πούμε. Έχουνε γνώση οι φύλακες, ακούς; Έχω αγοράσει φύλλο παραδοσιακό, για πίτες. Ξανακοροϊδέψτε την προνοητικότητα του Ιχθύ και θα σάς κάνω εγώ πλευρώτους απ’ το ξύλο. Σιγά μη στηριζόμουν στο «δεν είναι τίποτε, Τινούλα μου, πανεύκολο». Τό είδαμε και το εύκολο και το παν… Παναγιά μου, βόηθα!… ακόμη τρέχει η βρύση;
Πάμε πάλι απ’ την αρχή. Νέο ξεκίνημα. Όταν κάτι δεν αρχίζει καλά, ξαναρχίζει. Πες ήταν πίνακας σχολείου. Πήρα σπόγγο, έσβησα, πήρα κιμωλία, ξανάγραψα. Πήρα σφουγγαρίστρα, σφουγγάρισα. Πλημμύρισε η κουζίνα νερά και σέρφαραν τα μανιτάρια στο πλακάκι. Τά σήκωσα, τά έπλυνα καλά, τά τεμάχισα σε στρογγυλοποιημένα «T». Τιμώ το Τασσοπουλέικο, το τηγάνι, το τσιγάρισμα. Όλα από «T». Και τ’ άρθρα τους. Τι; Να… τσιτσιρίζουν. Λάδι, ροδέλες φρέσκου κρεμμυδιού, μανιτάρια, άνηθος. Ανακατεύω καλά να μαραθούν. Παράλογοι που είμαστε οι άνθρωποι! Σκοτώθηκα να τ’ αγοράσω φρέσκα, για νά ’ρθω μετά να τά μαράνω μόνη μου. Αλάτι, πιπέρι, δυόσμος –απ’ αυτόν δε βρήκα φρέσκο, έβαλα ξερό– πιπεριές καυτερές, αποξηραμένες. Καλά θα ήταν να τίς είχα σε γλαστρούλα, αλλά στεριώνει στο μπαλκόνι μου φυτό; Εδώ το γεράνι και χαροπαλεύει. Αιωνία του η μνήμη. Χύνω και μια κούπα κόκκινο κρασί στην κατσαρόλα και τ’αποχαιρετώ. Έτσι δεν κάνουν στις κηδείες;
Μέ ταξιδεύει τούτη η οσμή. Πρωινά στην εξοχή, δέντρα, κλαδιά, αρμονικά χωριά και βάδισμα ανέμελο σε δάση. Παραμονεύει πάντοτε μια Ψιψινέλ στο βάθος μα όχι ικανή να χαλάσει τη βόλτα. Σκεπάζω με το καπάκι κι αφήνω το μίγμα να ξαποστάσει. Αν ξέμεινε κάνα στρουμφάκι μέσα θα έχει λαχανιάσει με τόσους γύρους. Χτυπάω αυγά, τριμμένο κεφαλοτύρι, ένα κομμάτι έμενταλ, ξεχασμένο στο ψυγείο. Τά ρίχνω μέσα κι ανακατεύω καλά, να γίνουν ένα. Ένα γίνονταν κι αυτά όταν τ’ απειλούσε ο Δρακουμέλ πως θα τά κάνει σούπα ή στο φούρνο, ψητά. Στους 200 βαθμούς τον έβαλα, να ζεσταθεί καλά. Λαδώνω ένα ταψί, λαδώνω κι άλλο. Μού βγήκε μπόλικο υλικό και φτάνει για δυο πίτες. Μια στην επάνω σχάρα, μια στην κάτω. Μια για το σπίτι, μια για το γραφείο.
– Τι αλουμινόχαρτα είναι αυτά;
– Ποιος τά έφερε;
– Εγώ.
– Τι είναι;
– Πίτα.
– Τι πίτα;
– Στρουμφόπιτα.
– Ε;
– Στρουμφόπιτα, τι ε;
– Τι είναι η στρουμφόπιτα;
– Τι έχει μέσα;
– Πού ζούνε τα Στρουμφ;
– Ξέρω ᾽γω;
– Α, δεν ξέρεις…
– Πού ζουν, στο δάσος
– Δεν μπορεί να έφτιαξα πίτα με δάσος, όμως.
– Σωστός συλλογισμός.
– Πού ζούνε, ρε παιδιά, τα Στρουμφ;
– Μανιταρόπιτα έφτιαξε η κοπέλα, αμάν, τίποτε δεν ξέρετε.
– Πες τα, ρε Σοφάκι, και βαριέμαι να εξηγώ.
– Δευτέρα πρωί και κουράστηκες, σκέψου να πάμε Πέμπτη…
– Παρασκευή πρωί, λα λα λα λα λα λααααααααα λααα
– Απ’ όλες τις ημέρες η Κυριακή μ’ αρέέέέέέσει.

