MOVIE GALAXY ή αλλιώς, Σινεμά ο Παράδεισος
Οι μυημένοι ξέρουν. Ξέρουμε. Περί το μέσον της οδού Ιπποκράτους, στο ύψος της Καλλιδρομίου, λίγο πριν το Τμήμα Ασφαλείας Εξαρχείων, υπάρχει πόρτα που σε οδηγεί στην ασφάλεια. Μια πόρτα στο κέντρο της Αθήνας που ανοίγοντάς την οδηγείσαι στην άκρη του κόσμου ή κάπου πέρα απ’ αυτόν. Μια πόρτα στον πυρήνα της πόλης που σε ταξιδεύει στα ουράνια. Το λέει κι η ταμπέλα που στέκει πάνω της. Movie Galaxy. Και αν ο Γαλαξίας περικλείει τον ουρανό, εκείνος περικλείει κόλαση και παράδεισο. Και αν το σινεμά εμπεριέχει τις ταινίες, περιλαμβάνει και το ίδιο το συμπέρασμα. Το Movie Galaxy είναι το Σινεμά ο Παράδεισος. Για όλους εμάς. Τους μυημένους.
Τα πρωινά στέκει αδιάφορο, κλειστό, κλεισμένο στον εαυτό του. Με μια ματιά βιαστική ίσως δείχνει απεριποίητο, μα δεν το νοιάζει. Κρύβει πλούτο εντός του και τον φυλάει καλά, σε απόκρυφα σημεία που δύσκολα ανακαλύπτει κανείς. Εξωτερικά σε ξεγελά πως έχει παραιτηθεί απ’ τη ζωή, όμως στην πραγματικότητα φυλάει τη ζωή προσεχτικά, για να μην σκουριάσει, πάνω σε ολοστρόγγυλα dvd που ασημίζουν στο σκοτάδι. Αίθουσα σκοτεινή που αφήνει απέξω της τον ήλιο. Αφίσες που σκεπάζουν τις τζαμαρίες από πάνω ως κάτω. Καμουφλάζ.
Το Movie Galaxy ανοίγει πάντα μεσημέρι. Έτσι δε θα έκανε κι αν ήτανε κανονικό σινεμά; Μεσημέρι θα άνοιγε για να προετοιμαστεί και να περιμένει τους θεατές να καταφθάσουν το απόγευμα ή το βραδάκι, για την πρώτη προβολή ή τη δεύτερη. Για την ταινία. Τι παίζει σήμερα; Σήμερον τι; Τι λες να δούμε; Θα ρωτήσουμε τον ταξιθέτη που είναι μαζί, και ταμίας, και ιδιοκτήτης, και σχολιαστής, και η παρέα που ίσως σου λείπει. Το διπλανό σου κάθισμα. Και ο σκηνοθέτης της βραδιάς σου.
Λευτέρη τον λένε και τυχαίο δεν είναι. Μπαίνοντας στον χώρο του νιώθεις να λευτερώνεσαι, κι ας αναγκάζεσαι να στριμωχτείς σε διαδρόμους στενούς. Μπαίνοντας στον γαλαξία του απογειώνεσαι, κι ας κάνεις μονάχα λίγα βήματα μικρά κι αυτά, γύρω απ’ τον άξονά σου. Γύρω απ’ τον ίδιο σου τον εαυτό και όσα ονειρεύεται. Δε σε βλέπει κανείς. Η φιγούρα σου καλύπτεται από τη σκιά του Κλαρκ Γκέιμπλ που μόλις έγειρε πάνω στη Βίβιαν Λι και είναι έτοιμος να τη φιλήσει, ενώ πίσω τους λυσσομανάει ο Αμερικανικός Εμφύλιος. Πάντα ένας πόλεμος λυσσομανάει κάπου, μα η τέχνη συνεχίζει. Προχωρά. Βαστιέται και βαστά.
Στην οθόνη ψηλά από την στριφογυριστή σκάλα παίζει κάποιο από τα Star Wars. Φώτα αναβοσβήνουν μαγικά σε διάφορα σημεία, κάνοντας το δωμάτιο να θυμίζει διαστημόπλοιο. Κι αν ακόμα δεν νοικιάσαμε τον Ε.Τ., μοιάζουμε εξωγήινοι. Στην εποχή της πλατφόρμας και της άμεσης προβολής, εμείς οι μυημένοι επιλέγουμε να στεκόμαστε στην αποβάθρα και να περιμένουμε. Επιλέγουμε να καθυστερούμε το ταξίδι. Έτσι, για την ομορφιά. Έτσι, για τη χαρά της διαδικασίας. Έτσι, για να αισθανθούμε και πάλι πως η ταινία, η προβολή της, ο κινηματογράφος εν γένει, είναι κάτι τόσο πολύτιμο και αστραφτερό όσο ο ίδιος ο γαλαξίας. Movie Galaxy δεν είπαμε; Αστέρια δισεκατομμύρια διασκορπίστηκαν στον ουρανό κι ο μύθος λέει πως μάλλον φτιάχτηκαν από της Ήρας το γάλα. Γάλα, τροφή που δίχως αυτήν δεν μεγαλώνεις. Τέχνη, που δίχως αυτήν που να πας; Πως να πας; Δισεκατομμύρια καρέ παντού. Ας περιηγηθώ.
Εδώ οι καινούργιες ταινίες, εκεί οι λίγο παλαιότερες και στην οθόνη του μυαλού μου μια παλιά, καθυστερημένη βιντεοκασέτα που πλήρωσα ακριβά γιατί άργησα να την επιστρέψω. Επιστρέφω στο σήμερα. Μπροστά μου η μεγάλη σειρά των κλασσικών ταινιών. Διαλέγω κόσμο για να βουτήξω. Μάρλον Μπράντο ή Γούντι Άλεν; Κατρίν Ντενέβ ή Αλέν Ντελόν; Όντρεϊ Χέμπορν μήπως; Ιταλικό ή γαλλικό; Μιούζικαλ ή κωμωδία; Ασπρόμαυρη ή έγχρωμη; Θέλω μια γνώμη για να αποφασίσω. Θέλω μια ιστορία για να πιαστώ. Η μαμά του Λευτέρη είχε γνωρίσει την ίδια την Ανούκ Εμέ, ενώ ο πατέρας του δεν γνώριζε τίποτα από κινηματογράφο, μα μπόρεσε να αναγνωρίσει το όνειρο του γιου του και τον βοήθησε να ανοίξει αυτόν τον χώρο. Έναν χώρο μέσα στον οποίο μπαίνουμε και παίρνουμε ανάσα.
Σε έναν κόσμο που τρέχει γρηγορότερα από τα αυτοκίνητα της οδού Ιπποκράτους, στο Movie Galaxy έχουμε το παγκάκι μας. Ξαποσταίνουμε. Σε μια εποχή που σε ζαλίζει από τους πολλούς στροβιλισμούς, στο Movie Galaxy βρίσκουμε το απάγκιο μας. Ηρεμούμε. Δεν πηδάμε από site σε site για να δούμε κάτι. Πεταγόμαστε ως του Λευτέρη και επιλέγουμε συνειδητά αυτό που θα δούμε. Το παίρνουμε στο χέρι, βαδίζουμε αργά για το σπίτι και ώσπου να φτάσουμε σε αυτό, το ζυγίζουμε. Όχι για τα γραμμάριά του σαφώς, μα για το ειδικό του βάρος.
Οι μυημένοι ξέρουν. Ξέρουμε.


