Μους λεμόνι
Υλικά
3 λεμόνια
3 ατομικά γιαούρτια στραγγιστά (όχι λιγότερα από 10% λιπαρά)
1 κουτί ζαχαρούχο γάλα
μπισκότο τριμμένο, τύπου πτι μπερ ή digestive
Κίνησε η μανούλα νά ‘ρθει να μέ δει κι ήταν ημέρα Σάββατο.
Να πάμε και στο μανάβικο, μού λέει, μια που είναι ανοιχτό. Άδειο είν’ το ψυγείο σου.
Πάντα έχουν δίκιο οι μαμάδες. Κανόνας. Οι «ράγες» του ψυγείου σαν ράγες τραίνου που πέρασε. Μόνες.
– Ντομάτες, πιπεριές, αγγούρια μικρά, λίγα κρεμμύδια…
– Δεν τά θέλω όλα αυτά, μαμά!
– Μήλα, κάνα αχλάδι, λεμόνια…
– Δεν τά θέλω, μαμά, τα λεμόνια, δε θα μαγειρέψω.
– Δεν τ᾽ αγοράζουμε για να μαγειρέψουμε τα λεμόνια. Να υπάρχουνε στο σπίτι. Ένα κόψιμο να σέ πιάσει πού θα βγεις να μαζέψεις, στην Αρδηττού;
Σωπαίνω. Πάντα έχουν δίκιο οι μαμάδες.
Το απόγευμα μέ βρίσκει με τσάι βουνού και μια φέτα λεμόνι να επιπλέει στη λίμνη. «λεμονάκι μυρωδάτο, από περιβόλι αφράτο». Σηκώνομαι να φτιάξω γλυκό. Λεμόνια έχω, γιαούρτια πήρα, χμ, μόνο ζαχαρούχο γάλα λείπει. Σε πέντε λεπτά δε λείπει πια. Ευτυχώς, ο φούρνος δίπλα έχει τα πάντα. Σε πέντε λεπτά έχω κι εγώ έτοιμο γλυκό.
Ανακάτεψα τρία γιαούρτια, ένα ζαχαρούχο γάλα και το χυμό τριών λεμονιών καλά. Έριξα και λίγο ξύσμα λεμονιού μέσα. Να δώσει άρωμα. Όταν έγιναν ομοιόμορφο μίγμα τό έβαλα στο ψυγείο. Στο επάνω ράφι. Να κρυώσει και να πήξει. Να έχουν κι αυτές οι σχάρες ένα λόγο ύπαρξης.
Αργά το βράδυ σερβιρίζομαι σε ποτήρι σαμπάνιας. Με λίγο τρίμμα μπισκότο για γαρνιτούρα. Ξεφυλλίζω τη «Μάνα» του Γκόρκι κι ακούω τζαζ. Σαξόφωνο, κοντραμπάσσο και πιάνο, σαν αυτό που παίζει η μαμά. Ποτέ δεν έλειψαν τα μπισκότα από το σπίτι, απ’ όταν ήμουνα μωρό. Φρόντιζε πάντα εκείνη να αγοράζει. Τούς έχω αδυναμία. Και με την ξινίλα της πορτοκαλάδας έτσι εξοικειώθηκα. Πετώντας μέσα μπισκότα. Και σήμερα τό κάνω, πού είμαι πια εξοικειωμένη.
Καταπίνω λαίμαργα γλυκόξινες κουταλιές κι αναρωτιέμαι πώς πρόλαβε, η άτιμη, και μού άφησε πάλι δυο πακέτα, κλεφτά, στο ντουλάπι, την ώρα, μάλλον, που ήμουνα σκυμμένη κι έβαζα τα λεμόνια στο ψυγείο.

