Τί θα γίνω όταν μεγαλώσω;

Όταν μεγαλώσω θα γίνω Κουρέας και Αστροναύτης.
Όταν μεγαλώσω θα γίνω Παλαιοντολόγος. Και Μπογιατζής.
Εγώ θα γίνω Πυροσβέστης και Γιατρός.
Εγώ θα γίνω Τραγουδίστρια και Αεροσυνοδός.
Εγώ θα γίνω μόνο Αεροσυνοδός.
Εγώ θα γίνω Μπαλαρίνα.
Εγώ θα γίνω Κομμώτρια και Οδοντίατρος.
Όταν μεγαλώσω, εγώ, θα γίνω Ζωγράφος.
Όταν μεγαλώσω, εγώ, θα γίνω Παλιατζής.
Εγώ, όταν μεγαλώσω θα γίνω Πυροσβέστης και Υδραυλικός.
Εγώ θα γίνω Πιλότος σε πολεμικά αεροπλάνα.
Εγώ όταν μεγαλώσω θα γίνω Χτίστης και θα χτίζω με πράσινα και κίτρινα τουβλάκια.

Το πράσινο Lego στάθηκε επάνω στο κίτρινο και επιτέλους ολοκληρώθηκε ο πανύψηλος πολύχρωμος πύργος. Όνειρο παιδιού. Κτίσμα ζωής. Κτίσμα επίφοβο. Αρκεί η απρόσεχτη αγκωνιά ενός άλλου παιδιού και ο Lego πύργος θα καταποντιστεί στο πάτωμα. Αρκεί μια στραβή και το όνειρο στρίβει, παίρνοντας άλλη τροπή. Αρκεί ένα κομμάτι να τοποθετηθεί λάθος και ο πύργος γίνεται θρύψαλα, όπως θρύψαλα γίνεται κι ένα μυαλό, όταν κάτι τοποθετηθεί λάθος. Όταν κάτι, ίσως, κουραστεί…

Μάθημα στατικής. Τί χρειάζεται ένα κτίσμα για να παραμείνει σταθερό και τί χρειάζεται ένα μυαλό για να κρατιέται στη θέση του;

Όταν μεγαλώσω θα γίνω Πολιτικός Μηχανικός.
Εγώ, όταν μεγαλώσω θα γίνω Φυσικός και Αστρονόμος.
Εγώ, όταν μεγαλώσω θα γίνω Αρχιτέκτονας.

Εγώ όταν μεγάλωσα τί έγινα; Τί ήμουν όταν ήμουν μικρός; Τί ήμουν πριν βρεθώ μέσα σε Μονάδα Φροντίδας Ηλικιωμένων; Τραπεζικός ή Aγρότης; Ήμουν Κηπουρός που κλάδευε όλη μέρα τους θάμνους ή Χρηματιστής που δεν προλάβαινε ούτε στη γλάστρα του γραφείου του να ρίξει μια σταλιά νερό. Να ρίξει μια ματιά.

Εγώ όταν θα μεγάλωνα θα γινόμουν σπουδαίος και ίσως και να έγινα, μα πρέπει κάποιο απ’ τα παιδιά μου να έρθει και να μας το πει, γιατί εγώ δεν μπορώ. Είναι λίγες στιγμές που με θυμάμαι κάπου με έδρανα, να λέω, και να λέω, και να λέω, όμως είναι περισσότερες στιγμές που ξεχνώ και ασχολούμαι προσεχτικά με τα Lego τουβλάκια που μου βάζουν στα χέρια, για να συναρμολογώ το μυαλό μου παρέα με έναν πύργο. Σαν τότε που έπαιζα στην αυλή με τούβλα σπασμένα και γκρίζους τσιμεντόλιθους. Παραδίπλα είχα τη μάνα μου ν’ απλώνει. Παραδίπλα της, τη θεία μου να κουτσομπολεύει. Παραδίπλα τους, μια ξαδέρφη μεγαλύτερη που συνεχώς ρωτούσε: Ντίνο, δε μας είπες, τί θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;

Δεν τους το είπα ή μήπως τους το είπα τελικά; Από πάντα μου ήθελα να γίνω Δικαστής, γιατί από πάντα μού ήθελα να δίνω δίκιο σε αυτόν που το έχει και φταίξιμο σε αυτόν που έφταιξε. Και είναι η Άνοια που μου φταίει τώρα. Και είναι της Άνοιας το φταίξιμο που δεν μπορώ να θυμηθώ πως κάποτε υπήρξα Δικαστής, στα νιάτα μου, κι αν τότε μου τη φέρνανε μπροστά μου αυτή την Άνοια για να τη δικάσω, θα της επέδιδα τη χειρότερη των ποινών. Ισόβια; Ισόβια, ναι, σαν αυτά που πρόλαβε κι έριξε εκείνη σ’ εμένα.

Φωτογραφία: © Μίλτος Κουρμπόγλου


Η γιορτή

Η 21η Μαΐου είναι μεγάλη μέρα, αφού απάνω της τιμώνται δύο Άγιοι και μάλιστα από τους βαρβάτους της Χριστιανοσύνης. Η 21η Μαΐου είναι μεγάλη μέρα, αφού γιορτάζουν όχι ένα, όχι δυο, αλλά τρία ονόματα καθώς και πλήθος παραγώγων τους. Η 21η Μαΐου είναι μεγάλη μέρα, αφού το βλέπεις, από την παραμονή. Ο κόσμος κάνει ουρές στα ζαχαροπλαστεία διαλέγοντας κεράσματα για το γραφείο, κάνει αίσθηση στα ανθοπωλεία διαλέγοντας ανθοδέσμες που θα πάνε και θα έρθουν, που κάποιος θα τις στείλει, ενώ κάποιος θα τις παραλάβει μαζί με τις ευχές και έτσι, ένα χαρούμενο αλισβερίσι θα συνεχίζεται ολημερίς.

Η 21η Μαΐου είναι μεγάλη μέρα, αφού τα τηλέφωνα κουδουνίζουν διαρκώς και δε σταματούν. Δε σταματούν το βράδυ που τελειώνει η γιορτή, μα συνεχίζονται. Και την άλλη μέρα. Και την επόμενή της. Και την επόμενη αυτής πολλές φορές. Όλο και κάποια Ντίνα θα σου ξεφύγει και δεν θα προλάβεις εγκαίρως να ευχηθείς για τ’ όνομά της. Όλο και κάποιον Κώστα θα θυμηθείς που τον ξέχασες και θα σπεύσεις τώρα να του τηλεφωνήσεις, με λίγη καθυστέρηση. Όλο και κάποια Ελένη θα ξεχάστηκε που αργότερα, σαν θα την θυμηθείς, θα της στείλεις ένα μήνυμα μαζί με μια συγγνώμη. Θα της στείλεις ένα mail ή ένα message στο facebook.

Κάποια Ελένη όντως ξεχάστηκε. Αυτή που συνηθίζει να τρώει στο αίθριο. Όπως ξεχάστηκε και κάποιος Ντίνος. Αυτός που συνηθίζει να πίνει το χυμό του καθισμένος στο χρωματιστό καναπέ. Αυτοί οι δυο ξεχάστηκαν. Από τους ίδιους ξεχάστηκαν, όχι απ’ τους άλλους. Ξεχάστηκαν, διότι οι πόροι της σκέψης τους έχουν κλείσει από καιρό, λόγω άνοιας και ο νους τους δεν αναπνέει.

Κι ήταν η στάση ενός λεπτού και η αγκαλιά ενός κοριτσιού που τους θύμισε ότι γιορτάζουνε. Γιορτάζανε. Ήταν γιορτή. Αλλιώτικη μέρα. Μεγάλη…

Μα και πάλι, πόσο μεγάλη μπορεί να κοκορεύεται πως είναι μια μέρα, όταν το μόνο που τη διαφοροποιεί απ’ τις υπόλοιπες είναι ο ήχος από ένα «Χρόνια Πολλά» που, ωσότου να ακουστεί έχει ήδη σωπάσει και ωσότου να γεννηθεί έχει πεθάνει ήδη;

Ύπουλη σκόνη καθίζει στο μυαλό της Ελένης και στου Ντίνου το μυαλό, κάθε μέρα κι από λίγο, κάθε μέρα κι από λίγη, κάνοντας την κάθε μέρα, την κάθε ώρα, το κάθε τοσοδούλικο λεπτό ή δευτερόλεπτο, να φαντάζουν ανάλλαχτα. Απαράλλαχτα. Ίδια.

Φωτογραφία: © Μίλτος Κουρμπόγλου (από το Λεύκωμα 52Weeks in Greece)


Reversi ή αλλιώς, Οθέλος

Τ’ απομεσήμερα και τ’ απογεύματα απλώνουμε επί του τραπεζιού μας επιτραπέζια πολλά. Το ντόμινο, το σκάκι, το τάβλι, τα χαρτιά. Ένα Jenga κάποιες μέρες, ένα Scrabble κάποιες άλλες. Ένα Mikado αραιά και που. Οι χυμοί πάνε κι έρχονται εκείνη την ώρα. Πορτοκαλάδες δυναμωτικές. Ανάμεσά τους κάποιοι καφέδες ελληνικοί, με μεγάλες φουσκάλες μικρών φλιτζανιών. Ανάμεσα τους κάποια παιδιά, μεγάλα πια, γονιών που μίκρυναν. Με το που φεύγουν από τις δουλειές τους, έρχονται επίσκεψη στο γονιό, μ’ ένα πακέτο μπισκότα στο χέρι. Μ’ ένα κουτί τυροπιτάκια ή μια σακούλα καφετιά, γεμάτη mini κρουασάν ή βουτήματα.

Μπορεί εκείνη τη στιγμή ο γονιός να φτιάχνει παζλ, με λιγότερο από σαράντα κομμάτια και προσδοκίες δίχως αριθμό.

Μπορεί εκείνη τη στιγμή ο γονιός να παίζει με τους φίλους του Γκρινιάρη και να γκρινιάζει, γιατί ναι, δε θέλει να διακόψει.

Μπορεί εκείνη τη στιγμή ο γονιός να παίζει το παιχνίδι μνήμης με τις κάρτες, προσπαθώντας να συνταιριάξει τις όμοιες εικόνες, όμως το παιχνίδι που στ’ αλήθεια παίζεται εκείνη τη στιγμή είναι το Reversi. Ο Οθέλος. Το ξέρεις;

Ένα τετράγωνο ταμπλό και πάνω του πούλια δίγνωμα, που από τη μια τους όψη είναι λευκά κι από την άλλη μαύρα και ενώ αρχίζουν την παρτίδα μ’ ένα χρώμα, αρκεί μια κίνηση απλή για να αναποδογυρίσουν. Αρκεί μια αντιστροφή, ένα Reverse για να παιχτεί πραγματικά το Reversi. Κι από εκεί που πήγαινε ο γονιός στο δάσκαλο για να μάθει την πορεία του παιδιού, να έρχεται το παιδί στο φροντιστή, για να μάθει την πορεία του γονιού του. Αρκεί η ζωή απλώς να εξελίξει το παιχνίδι της, κι από εκεί που ο γονιός έτρεχε στο σχόλασμα να παραλάβει το παιδί απ’ το σχολείο, να τρέχει το παιδί στο σχόλασμα να παραλάβει το γονιό. Να τον πάει βόλτα, να του αγοράσει σουβλάκι ή παγωτό, να τα πούνε λίγο, να περάσει η ώρα και αργότερα, όχι πολύ αργά, να τον επιστρέψει στη Μονάδα. Στους φίλους με τους οποίους έχει συνηθίσει πια να παίζει…

Φωτογραφία: © Κώστας Κουρμπόγλου


Τι εστί έρως;

Σαν από λεύκωμα παλιό ετέθη το ερώτημα. Γράφτηκε με μαρκαδόρο χοντρό, ανεξίτηλο, να τον δουν όλα τα μάτια. Να μείνει για πάντα γραμμένο στο νου. Αν όχι το ίδιο το ερώτημα, ίσως τα ερωτήματα που αυτό θα καταφέρει να συμπαρασύρει. Τι εστί έρως; Όχι για μένα. Όχι για σένα. Για ανθρώπους της 3ης και της 4ης Ηλικίας, τι εστί;

– Αγάπη
– Αγάπη
– Αγάπη
– Αγάπη

Η Μιμή, η Φανή, η Ηλέκτρα, η Σωτηρία, δίνουν ακαριαία την ίδια, μονολεκτική, στακάτη απάντηση. Δίχως να πολυσκεφτούν. Δίχως να το συμφωνήσουν από πριν. Το συμφωνούν μετά.

– Συνάντηση και αγάπη, φωνάζει η Κική, βροντερά και με σθένος, μη μπορώντας όμως να καλύψει μια απάντηση που ηχεί διστακτικά από την αντίθετη πλευρά του τραπεζιού.
– Τίποτα.

Σκέτο. Απλό. Ένα τίποτα ξερό. Ο έρως, τίποτα; Από στόμα γυναίκας; Για μια γυναίκα με μαλλί ψαρό, με ζάρες στο πρόσωπο και συχνά ανέκφραστο βλέμμα, με τσαλακωμένα χέρια και ποιος ξέρει πόσο τσαλακωμένη ή ατσαλάκωτη καρδιά, ο έρως είναι τίποτα. Για κάποιαν άλλη, όμως;

– Πίστη και αμοιβαία εμπιστοσύνη, ψελλίζει με σιγουριά η Χρυσάνθη.
– Το ωραιότερο αίσθημα που δεν διαρκεί όμως πολύ, δυστυχώς, ψιθυρίζει η Ευαγγελία.
– Από τα πιο ωραία αισθήματα του κόσμου, τα οποία δεν κρατάνε πολύ. Ένα παραμύθι. Το ζεις και ξεχνιέται, εμπλουτίζει με πίκρα η Γιολάντα.

Μια πρώην φιλόλογος δεν ανέχεται το λάθος. Σπεύδει και διορθώνει.

– Συναισθήματα, όχι αισθήματα! Έρως είναι κάτι που το αισθάνεσαι μια φορά.
– Α, μπα, αντικρούει η Λίζα.
– Έστω, μια γερή φορά, συμβιβάζεται, αφήνοντας τη Λίζα να απαγγέλει ένα ποίημα.
– Έρως, έρως, λόγια του αέρος, ούτε τα μπάνια ωφελούν, ούτε η αλλαγή αέρος.
– Δυο ερωτευμένοι άνθρωποι φιλιόνται, επεμβαίνει η Ράνια.
– Νιώθω άσχημα για τον άνθρωπο, άμα δεν έχει αγαπήσει, μονολογεί η Μαίρη.
– Ο έρωτας δεν είν’ ανθός, να τρέμεις τι να πέσει, παρ’ είναι βάλτος κι αγκαθιά κι αλίμονο, θα μπλέξεις, σιγοτραγουδά η Γιαννούλα και μοιάζει να επέστρεψε για λίγο στο χωριό της, νοερά…
– Έρως Ανίκατε Μάχαν, ακούγεται απόλυτη κάποια Μαρία.
– Ο έρως χρόνια δεν κοιτά κι όπου βρεθεί χορεύει, συνεχίζει την ποίηση η Λίζα.
– Ό,τι έχουμε νιώσει όλες, λίγο πολύ. Έρωτα δεν μπορεί να μην έχει αισθανθεί μια γυναίκα, επισημαίνει η Αδαμαντία.
– Άχου, Παναγία μου, δεν μου βάζετε κάτι με λιγότερα λεφτά…, ταράζεται η Όλγα!
– Φούντωση. Παραλογισμός. Παροδική ασθένεια, κάνει χιούμορ σοβαρότατο η Έφη.
– Καλή καρδιά, συμπληρώνει η φιλενάδα της η Αρετή που κάποτε ερωτεύτηκε έναν αξιωματικό, όμως εκείνος σκοτώθηκε, μαζί με την ελπίδα κάποτε να παντρευτούν.
– Τώρα τέτοια ζητάς…, επεμβαίνει και κόβει τον βήχα η Πόπη.
– Μ’ έπιασες στα πράσα, χαμογελά σαν παιδάκι μια άλλη Μαρία κι είναι να απορείς, πως φώτισε το πρόσωπό της ξαφνικά, παρά τη θολούρα της άνοιας που συνήθως το σκοτίζει.
– Ερωτική επαφή ενός ζευγαριού και προτιμάται επικείμενος γάμος, συμβουλεύει κοφτά ο Ντίνος.
– Δεν ξέρεις; Ο έρωτας που αισθάνεται για ένα άτομο ο άνθρωπος, δίνει ορισμό συγκεκριμένο ο Τάκης. Δίνει;
– Δεν ξέρω, λέει ο Νίκος.
– Δεν ξέρω τέτοια πράγματα εγώ, λέει και ο Γιάννης.

Άγνοια των αρσενικών περί έρωτος. Ο έρως όμως, ως λέξη τουλάχιστον, είναι αρσενικός. Ως πράξη;

– Ο έρωτας είναι δέσιμο ψυχής, ακούγεται ο επίλογος από μια φωνή γυναικεία που δείχνει να έχει μεγάλη βαρύτητα και βάρος μεγάλο. Είναι που κάθε απόγευμα κουβεντιάζει μόνη με τον άνθρωπο που χρόνια πριν ερωτεύτηκε, με τον άνθρωπο που χρόνια πριν την ερωτεύτηκε, με τον άνθρωπο που πλέον δεν ορίζει ούτε το σώμα, ούτε το μυαλό του και για να συντηρήσει αυτό που κάποτε ονομαζόταν έρωτας, στηρίζεται μονάχα στο δέσιμο που εξακολουθεί να υπάρχει στην ψυχή.

Φωτογραφία © Κώστας Κουρμπόγλου

 


Η απόδραση

Ο κύριος Χρήστος είναι μέρες τώρα που αφότου πάρει πρωινό, παίρνει και τους δρόμους και γυρνοβολά. Πηγαίνει κατά τα δεξιά του γηροκομείου, προς τη μεριά που στρίβει το λεωφορείο, προς την πολυκατοικία με τα δέντρα, προς το σπιτάκι με τους θάμνους, αυτό με το σιντριβάνι στην αυλή και τα πάντοτε ανοιχτά παράθυρα. Παράθυρα που σε αφήνουν να βλέπεις εντός – ταινίες βουβές, εικόνες άηχες, φιλμάκια που τα ντύνεις με δική σου υπόκρουση. Ο κύριος Χρήστος είναι μέρες τώρα που σιγοψιθυρίζει στις βόλτες του παλιές επιτυχίες του Χρηστάκη. Πήγαινε και τον άκουγε παλιά, τότε που τραγουδούσε ξαπλωμένος σε σπασμένα πιάτα κάνοντας τον κόσμο να παραμιλά. Πήγαινε και τον άκουγε παλιά και μακάρι και τώρα να ζούσε, να τραγούδαγε, να πήγαινε να τον ακούσει.

«Τουρνέ και τούρνε, τούρνε νε…» και ναι, το έβαλε πείσμα να κάνει τουρνέ κάθε μέρα σ’ όλη τη γειτονιά. Την καινούργια του τη γειτονιά που έχει μπακάλικο καλό, έχει την τράπεζα επάνω στην πλατεία, έχει τον φημισμένο φούρνο σε απόσταση μικρή που την διανύεις με το πόδι. Κάνει νόστιμη τυρόπιτα, μόνο που αν θέλεις να την προλάβεις, οπωσδήποτε στις 9, άντε το πολύ στις 9μιση θα πρέπει να έχεις πάει.

«Είναι το κρύο, είναι το κρύο τσουχτερό…» και μάλλον καλύτερα να κλείσει και το τελευταίο κουμπί της ζακέτας, διότι αμέλησε να πάρει μαζί το κασκόλ. Βαριέται όμως να γυρίσει. Δεν πειράζει. Κι η αίσθηση καμιά φορά της δυσκολίας, σε βοηθά να θυμάσαι πως είσαι ζωντανός. Καλό είναι που κρυώνει.

«Να χαρείς τα μάτια σου καλέ…» και χαίρεται που βλέπει την κοπέλα με το κόκκινο παλτό, να χτενίζεται στη στάση του λεωφορείου. Ωραία μάτια που έχει! Καφετιά. Σαν και τα δικά του που δε βλέπουν βέβαια τόσο καλά όσο παλιά, αλλά βλέπουν.

«Παίζουν τα μπαγλαμαδάκια…» και κάπως σαν να άκουσε μια φευγαλέα πενιά να του ξύνει τ’ αυτί. Από το αυτοκίνητο που μόλις τον προσπέρασε; Μάλλον. Να τον έπιανε λέει, το φανάρι, να μπορούσε να ακούσει παραπάνω…

«Τη ζωή μας που’ ναι λίγη, γλέντα τη να μη σου φύγει…» και νιώθει πραγματικά το λίγο της ζωής του που λιγόστεψε και την τεράστια, δυσανάλογα μεγάλη ανάγκη του που θέριεψε. Ανάγκη, αν όχι για το γλέντι, τουλάχιστον για την πλήρη ζωή. Για την ελευθερία.

Να μη δίνει λογαριασμό σε κανέναν. Να κανονίζει αυτός της ζωής του το λογαριασμό. Τους λογαριασμούς του. Να μη ρωτά. Να μην παίρνει την άδεια. Να την έχει. Να μην διαπραγματεύεται τις αποφάσεις του. Να μην χρειάζεται να εξηγεί. Αφεντικά τώρα πια δεν έχει. Συναδέλφους δεν έχει. Δουλειές δεν έχει. Ωράριο δεν έχει. Υποχρεώσεις τέλος. Μονάχα τα παιδιά, αλλά και πάλι… γιατί; Τα παιδιά μεγάλωσαν. Τα παιδιά τα μεγάλωσε και πάει πολύς καιρός από τότε που τα πήγαινε στην παιδική χαρά και τα έκανε τσουλήθρα, προσέχοντάς να μη γλιστρήσουν και χτυπήσουν σε πέτρα. Πάει πολύς καιρός από τότε που τα ανέβαζε στην τραμπάλα και τα άφηνε να στέκονται ψηλά, με τα πόδια να κουνιούνται στον αέρα, όσο τα δικά του πόδια ακίνητα και σταθερά πατούσαν δυνατά στη γη. Πάει πολύς καιρός και ενώ έχουν αλλάξει πολλά, η τραμπάλα του μυαλού του διατηρεί μιαν ισορροπημένη ανισορροπία. Τα «θέλω» των παιδιών ελάφρυναν πολύ, ενόσω τα δικά του «θέλω» βάρυναν σημαντικά. Αυτό τον έκανε να τα βροντήξει όλα.

Παράτησε το σπίτι του και την παλιά του γειτονιά κι ήρθε να μείνει στο γηροκομείο, άγνωστος ανάμεσα σε αγνώστους, για να κάνει νέους φίλους και απολύτως ελεύθερες επιλογές. Να αποκτήσει νέες συνήθειες. Από τότε που έχασε τη γυναίκα του, μαζί και δεκάδες ευκαιρίες για πραγματική ευτυχία, αποφάσισε να στύψει κάθε στιγμή που του υπολείπεται, με όση δύναμη τα δάχτυλά του έχουν, ώστε να γεμίσει ο κουβάς της ζωής του με χαρά. Θα αγοράζει εφημερίδα κάθε μέρα και κυρίως κάθε Κυριακή. Λεφτά του είναι, όπως θέλει θα τα διαχειρίζεται. Θα βλέπει έργα στην τηλεόραση, θα πηγαίνει όμως και σινεμά. Θα πηγαίνει και στο θέατρο, σε φαρσοκωμωδίες. Θα αγοράζει cd, γιατί παρόλο που του λένε τα παιδιά να ακούει μουσική σε αυτό το «YouTube», εκείνος δεν το προτιμά. Θα συνεχίζει να ενισχύει τον αγαπημένο του σύλλογο και τώρα που το θυμήθηκε, θα αγοράσει κι εκείνο το ριγέ κουστουμάκι που είδε τις προάλλες στη βιτρίνα και που του είναι περιττό, αλλά το έχει ανάγκη. Θα παίζει το τάβλι του, κάθε απόγευμα. Θα συναντά και τους παλιούς του φίλους, άλλοτε πηγαίνοντας με το τραίνο να τους δει κι άλλοτε κανονίζοντας να έρχονται εκείνοι για επίσκεψη. Θα κάνει ό,τι γουστάρει, ό,τι του καπνίσει.

«Θα ζήσω ελεύθερο πουλί…» μουρμούρισε με λίγο θυμό, απ’ αυτόν που ξεσηκώνει και που κινητοποιεί. Ύστερα βρέθηκε να στρίβει στην άκρια του δρόμου, ακολουθώντας ένα γατί με γκρίζο τρίχωμα και μάτια γαλανά που γύρισε να τον κοιτάξει πονηρά. Δεν ήταν δύσκολο – αντιθέτως. Εύκολη απόφαση και απολύτως λογική. Το επόμενο τραγούδι του Χρηστάκη που θα έλεγε, θα ήτανε «η γάτα».

Φωτογραφία © Κώστας Κουρμπόγλου


Η αλλαγή

Το τσάι της κυρίας Ελένης αχνίζει. Μήλο, κανέλα, γαρύφαλλο και μια οσμή από το ρόφημα που συνήθιζε να της φτιάχνει η μάνα της, γι αυτό και καταδικάστηκε πάντα να καίει. Το περιμένει να κρυώσει. Έτσι δα, πώς να το πιει;

Αφήνει την ώρα να περνά, το βλέμμα να περιπλανιέται, τα αυτιά της να στέκονται όπου βρεθούν. Στο διπλανό τραπέζι κάποιος μονολογεί σε μια τσακισμένη εφημερίδα, στο μπροστινό ένα ζευγάρι πενηντάρηδων τσακώνεται και στο πίσω, μια γυναικεία φωνή τσιρίζει στο τηλέφωνο με τέμπο, ώσπου διακόπτεται από ξαφνικό κλάμα μωρού. Διακοπή στιγμιαία, καθώς το τσίριγμα επανέρχεται. Δριμύτερο.

– Αχ, σε κλείνω, σε κλείνω, χέστηκε η μπεμπούκα… Αχ, η μπεμπούλα μου, η τζουτζούκα μου, τα έκανε επάνω της μωρέ και το καλό μου θέλει άλλαγμα. Σε κλείνω, σε κλείνω, ααααχ…

Ησυχία διαδέχτηκε το τελευταίο, παρατεταμένο «αχ» που σαν σκυτάλη παραδόθηκε στο στόμα της κυρίας Ελένης. Μαζί με την πρώτη γουλιά του μυρωδάτου τσαγιού, το κατάπιε. Αχ και να άκουγε λέει, έστω μια φορά, έναν ανάλογο πρόλογο πριν τη δική της αλλαγή πάνας!

Η αλλαγή της πάνας είναι από τη φύση της βρόμικη δουλειά, μα τι άραγε τη βρομίζει περισσότερο, όταν τα χρόνια γίνονται κατά πολύ περασμένα; Τι είναι αυτό που κάνει την πάνα του μωρού λιγότερο αηδιαστική και την πάνα του γέροντα σιχαμένη περισσότερο; Είναι θέμα διατροφής, μονάχα; Είναι θέμα τροφής. Σκέψης. Το «αχ» της κυρίας Ελένης μεγαλώνει αρκετά και προσπαθεί να το καταπιεί με μια δεύτερη, αχνιστή γουλιά.

Κανείς δε χαίρεται όταν αλλάζει μια πάνα ακράτειας, μα θα βρεθούν πολλοί που θα χαρούν, σαν έρθει η στιγμή να αλλάξουν ένα μωρό. Συμπεριφορές λερωμένες, γύρω από ένα ευτελές πανί που έχει το συνήθειο να βάφεται στις ίδιες πάντα αποχρώσεις. Στο χρώμα της θνητότητας, θαρρείς. Διαφέρουν μεταξύ τους οι πάνες, δεν είναι παράλογο, όμως δεν είναι και εντελώς λογικό. Ο ποπός ενός μωρού δεν έχει ρυτίδες, μα ο γλουτός του ηλικιωμένου δεν έχει σφρίγος. Ζάρωσε κι είναι στις ζάρες του που θα έπρεπε να λιμνάζει κάθε απομεινάρι τρυφερότητας, κάθε ανθρώπου που βρίσκεται κάπου στη μέση.

Γιατί να σπαταλιέται όλο το κανάκεμα στο πλάσμα που σε λίγο θα μπορεί να μπουσουλά σηκώνοντας κεφάλι στη ζωή και να μη φυλάσσεται λίγο και για το πλάσμα που δεν μπορεί πια μόνο του να σηκωθεί απ’ την καρέκλα; Γιατί τόσο μεγάλη υπομονή για τους μικρούς που τους περισσεύει η ελπίδα και όχι για τους ηλικιωμένους που τους περισσεύει η ανάμνηση; Είναι ανοιχτοί οι δρόμοι των μικρών και κάθετοι στα μονοπάτια των μεγάλων που στενεύουν, οδηγώντας συχνά σε αδιέξοδο. Είναι θάλασσα πλατιά η μικρή τους ζωή και το ποτάμι των μεγάλων θερινό, που μέρα τη μέρα χάνει λίγο απ’ το νερό του και στερεύει.

Το τσάι της κυρίας Ελένης έχει γίνει χλιαρό. Μπορεί να το καταπιεί μονορούφι, όμως δε θέλει. Προτιμά να το απολαύσει με το πάσο της, ξεφυλλίζοντας το περιοδικό μέχρι να έρθει η ώρα να την παραλάβει η κόρη της και να επιστρέψουν στο σπίτι. Σαφώς το προτιμά, διότι έτσι πίνοντας, αργά – αργά, αφενός δεν βαραίνει το στομάχι και αφετέρου ευκολότερα χωνεύει αυτό που άρχισε να νιώθει από καιρό. Ότι η δυσφορία που γεννιέται στην κόρη της όταν την αλλάζει, είναι σχεδόν ανάλογη προς την αμέριστη χαρά που εκείνη αισθανόταν χρόνια πριν, όταν τη σήκωνε στα χέρια της και πήγαινε να την αλλάξει.

Φωτογραφία © Κώστας Κουρμπόγλου


Στο 21 καίγεσαι…

Η κυρία Ντίνα ξύπνησε νωρίτερα απ’ το συνηθισμένο παρόλο που το συνηθισμένο, έτσι κι αλλιώς είναι νωρίς. Αξημέρωτο τη σήκωσε η νοσηλεύτρια από το κρεβάτι, τη βοήθησε να πάει στην τουαλέτα, τη βοήθησε να γεμίσει τις χούφτες με νεράκι χλιαρό, να πλύνει το πρόσωπο, να τεντώσει για λίγα δευτερόλεπτα τις ρυτίδες του μετώπου της και να θυμηθεί πως κάποτε υπήρξε νέα.

Νίφτηκε καλά, μοσχομύρισε σαπούνι και σκουπίστηκε στη ροζ πετσέτα που κρέμεται στο πιαστράκι του τοίχου από χθες, σαν απορία πικρή. Θα έρθει; Ντύθηκε όμορφα. Φούστα καρό, ασορτί καρό ζακέτα, καλσόν στο χρώμα του δέρματος, μαντήλι στο χρώμα των ματιών της. Φόρεσε κι έναν φινετσάτο μπερέ, έκλεισε προσεχτικά την πόρτα του δωματίου και ξεκίνησε αργά το αγωνιώδες ταξίδι της στον μακρύ διάδρομο που οδηγεί κατευθείαν στο γραφείο του διευθυντή της Μονάδας. Σήμερα έχουν πάλι μαζί ραντεβού για συνέντευξη, όμως το ραντεβού θα γίνει;

Η υποψήφια νοσηλεύτρια που περιμένουν θα φανεί; Είναι είκοσι φορές που ετοιμάστηκε με την ίδια επιμέλεια, είκοσι φορές που περίμενε με την ίδια καρτερία, είκοσι φορές που ακούστηκε η ίδια πρόταση από το στόμα του Ιδιοκτήτη, μα με προστιθέμενη απογοήτευση κάθε φορά. «Κυρία Ντίνα, δεν θα έρθει…».

Δεν θα έρθει. Ούτε αυτή. Είκοσι ακυρώσεις καθορισμένων συνεντεύξεων, που σημαίνουν είκοσι υποψήφιες για δουλειά, που θα μπορούσαν ήδη να έχουν προσληφθεί και να εργάζονται στη Μονάδα, σε μια εποχή που όπως δείχνει η τηλεόραση κάθε απόγευμα, πάσχει από ανεργία. Όμως όχι, δεν ήρθαν.

Η κυρία Ντίνα αναρωτιέται αυτή τη φορά για τα καλά. Γιατί δεν έρχονται; Γιατί τόσοι άνθρωποι στέλνουν βιογραφικά δηλώνοντας ενδιαφέρον για τη θέση και τελικώς δεν εμφανίζονται; Γιατί σπουδάζουν νοσηλευτική σε σχολές δημόσιες ή ιδιωτικές και τελικά δεν έρχονται να κριθούν ως υποψήφιοι; Δεν τους ενδιαφέρει ο κλάδος, τελικά; Θα ψάξει στο internet για απαντήσεις. Θα κάνει αυτό το «search» που της έμαθε ο Ιδιοκτήτης, μέσα από το tablet που είναι σύγχρονο, γρήγορο και ελαφρύ για το χέρι της που τρέμει. Στο σαλόνι θα πάει που έχει και βολικό καναπέ.

Η λέξη «ηλικιωμένος» παρασύρεται στο google από τη λέξη «φροντίδα», που ρυμουλκεί τη λέξη «νοσηλεύτρια», τη λέξη «νοσηλευτής», τη λέξη «προσωπικό», καθώς επίσης και το βάρος των λέξεων «έλλειψη», «πρόβλημα», «τεράστιο», «παγκόσμιο». Παγκόσμιο; Δηλαδή, δεν συμβαίνει μονάχα στην περιοχή του Αγίου Στεφάνου, στην Αττική ή στην Ελλάδα; Υπάρχουν και αλλού Μονάδες Φροντίδας Ηλικιωμένων, οι οποίες αντιμετωπίζουν πρόβλημα στο να βρουν προσωπικό που να ασχολείται με τη φροντίδα που η ιδιότητά τους διαφημίζει;

Η οθόνη του tablet της κυρίας Ντίνας φωτίζεται απότομα, φωτίζοντας έρευνες από έγκριτα ειδησεογραφικά πρακτορεία που κάνουν τις προβλέψεις τους. Σύμφωνα με μια έρευνα έως το 2025 στη Γερμανία και παρατηρώντας την τάση του κλάδου σήμερα, η έλλειψη φροντιστών ηλικιωμένων ενδεχομένως να αγγίξει το τρομακτικό νούμερο 193.000 που σύμφωνα με άλλη έρευνα μπορεί και να μετατραπεί σε 480.000 έως το 2030. Το ίδιο έτος στην Αμερική η έλλειψη φροντιστών ηλικιωμένων μπορεί να φτάσει τις 151.000 με αυξανόμενη τάση, ώσπου το 2040 ενδέχεται να αγγίξει το επίσης αστρονομικό νούμερο 355.000. Ήδη τo 2017 στο Ηνωμένο Βασίλειο, υπήρχαν 90.000 ακάλυπτες θέσεις!

Τα γουρλωμένα μάτια της κυρίας Ντίνας προσπαθούν να υπολογίσουν. Μεγάλοι αριθμοί δεν είναι αυτοί; Και καλά, τώρα στέκουν μονάχα ως αριθμοί, όμως αργότερα θα μετουσιωθούν σε κάτι πιο χειροπιαστό. Σε κάτι άυλο. Σε συναίσθημα. Η ζωή θα συνεχίζει να γεννά ηλικιωμένους, που όμως δεν θα βρίσκουν ανθρώπους να τους υιοθετούν. Δεν θα υπάρχουν άνθρωποι να τους φροντίσουν, οπότε; Το tablet τρέμει για τα καλά τη στιγμή που είναι να δώσει την απάντηση. Με τα χρόνια το χέρι της κυρίας Ντίνας αδυνατεί να παραμείνει σταθερό, μα και τι στ’ αλήθεια παραμένει σταθερό με τα χρόνια…

Με την πάροδο των ετών όλο και λιγότεροι άνθρωποι θα ασχολούνται με τον άνθρωπο τη στιγμή ακριβώς που θα το έχει ανάγκη περισσότερο και σε αυτή τη ρωγμή, θα βρει να τρυπώσει ένα δημιούργημα δικό του. Ένα μηχάνημα. Ένα ρομπότ που θα τον στηρίζει, θα τον βοηθά να περπατά, θα τον σηκώνει, θα τον αλλάζει και θα μπορεί ακόμη και να συνδιαλέγεται μαζί του. Να του «μιλά» όμως, θα μπορεί; Στην Ιαπωνία τέτοια ρομπότ κάνουν ήδη τα πρώτα τους βήματα ως βοηθοί. Ως φροντιστές που θα φροντίσουν γρήγορα να διανύσουν την απόσταση από την Άπω Ανατολή στη σύγχρονη ή έστω, στη μελλοντική Δύση. Στη δύση του ανθρώπου…

Η κυρία Ντίνα νιώθει να παγώνει και βρίσκει να πιαστεί από την πιο πικρή πραγματικότητα. Ευτυχώς της απομένουν λίγα χρόνια. Ευτυχώς δεν προλαβαίνει να το ζήσει αυτό το ρομπότ και ας την κοιτάζει ψυχρά από το παράθυρο, χαμογελώντας και κουνώντας πέρα – δώθε την κεφάλα του. Δεν το θέλει αυτό το ρομπότ, το φοβάται. Δεν διανοείται πως θα την αγγίξει με το σιδερένιο του χέρι, γι αυτό στηρίζεται όπως μπορεί στη μαγκούρα της και κάνει να σηκωθεί από τον καναπέ, να τρέξει, να σωθεί, να φύγει, να γλιτώσει, της λείπει όμως δύναμη…

«ΚΥ-ΡΙ-Α-ΝΤΙ-ΝΑ». «ΚΥ-ΡΙ-Α-ΝΤΙ-ΝΑ»… ακούει να της συλλαβίζει η άψυχη φωνή του ρομπότ. «ΚΥ-ΡΙ-Α-ΝΤΙ-ΝΑ»… ακούει ξανά και φωνάζοντας με τρόμο ξυπνάει απότομα. «Κυρία Ντίνα, σήκω να ετοιμαστείς, γιατί θα έρθει υποψήφια για συνέντευξη», της λέει η νοσηλεύτρια που είναι υπεύθυνη για το δικό της δωμάτιο.

Θα έρθει; Μακάρι. Όσα διάβασε χθες σε αυτό το ρημαδιασμένο το tablet την έκαναν να χάσει τον ύπνο της. Κοιμήθηκε βέβαια κάποια στιγμή, ταραγμένα. Θα έρθει; Και αν δεν έρθει θα ειδοποιήσει; Το φαινόμενο της μείωσης των φροντιστών μπορεί να είναι παγκόσμιο, αλλά το φαινόμενο να κλείνουν ραντεβού οι υποψήφιοι και να μην εμφανίζονται στη συνέντευξη, δίχως καν να ειδοποιήσουν, πολύ φοβάται πως ίσως και να είναι καθαρά ελληνικό. Έλλειψη προσωπικού και έλλειψη παιδείας και αυτό το συγκεκριμένο, δεν είναι ερωτηματικό να το κρεμάσει παρέα με τη ροζ πετσέτα πλάι στον καθρέφτη. Μακάρι να έρθει, τουλάχιστον αυτή, σήμερα, γιατί έφτασε τις είκοσι μία φορές που ετοιμάστηκε, είκοσι μία φορές που περίμενε, είκοσι μία φορές που επέστρεψε απογοητευμένη στο δωμάτιο με μια αίσθηση ματαίωσης να την τσουρουφλίζει για ώρες και το θυμάται καλά, από τότε που έπαιζαν με την παρέα της Black Jack και πίνανε τζιν-τόνικ πως εκεί ακριβώς, στο 21, καίγεσαι…

 

Φωτογραφία  © Κώστας Κουρμπόγλου


@